🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συσκευιάστρια
συσκευιάστρια
η
упаковщица; расфасовщица
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
упаковщица
? —
συσκευιάστρια
как на
(ново)греческом
будет слово
расфасовщица
? —
συσκευιάστρια
как с
(ново)греческого
переводится слово
συσκευιάστρια
? — упаковщица, расфасовщица
#
(ново)греческий словарь
—
γουργάρα
—
αστυφύλακας
—
κερατιάτικα
—
εξωγήινος
—
στολιδούμαι
—
ακριβαγοράζω
—
υδατομέτρηση
—
δωροδοκώ
—
λιβάνι
—
ανέμιξα
—
σπερματογένεση
—
τροφοδότηση
—
κανναβόσκοινο
—
μπογιά
—
συνδικάτο
—
απαρτίζω
—
αποστέκομαι
—
πάνσοφος
—
κατοπινός
—
σταύλος
—
διαδρομώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω