🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλλοιωτό
αλλοιωτό
το
изменчивость
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
изменчивость
? —
αλλοιωτό
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλλοιωτό
? — изменчивость
#
(ново)греческий словарь
—
ετεροβαρής
—
περιοστίτιδα
—
διοικητήριο
—
εμπαιγμός
—
έξυπνος
—
διαπίστευση
—
πριστήριον
—
ζαλίζω
—
γαϊδουροφόρτι
—
θρησκομανής
—
διδάσκαλος
—
αποκορύφωση
—
στροφίς
—
ανθρωποφοβία
—
αγόρι
—
μαντεύομαι
—
βιβλιοκαπηλία
—
αλωπεκία
—
υπερωριμάζω
—
μελισσοκομική
—
ξεσαβούρωμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω