🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εβραιοπούλα
εβραιοπούλα
η
еврейская девочка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
еврейская девочка
? —
εβραιοπούλα
как с
(ново)греческого
переводится слово
εβραιοπούλα
? — еврейская девочка
#
(ново)греческий словарь
—
γουβίτσα
—
ομόδειπνος
—
κεχωρισμένος
—
παλαιογενής
—
διασκευάστρια
—
αήττητο
—
ιασμέλαιο
—
λαλές
—
επικουρισμός
—
αθολος
—
συνονθυλεύω
—
επανασυνδέω
—
κοπτικός
—
επικόπανον
—
σαγήνευση
—
κυρτότητα
—
σκαφή
—
μεσουρανίζω
—
προανακριτικός
—
πώγων
—
μούτσουνο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω