🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ζέω
ζέω
(αόρ. έζεσα)
кипеть, вскипать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кипеть
? —
ζέω
как на
(ново)греческом
будет слово
вскипать
? —
ζέω
как с
(ново)греческого
переводится слово
ζέω
? — кипеть, вскипать
#
(ново)греческий словарь
—
ζάντα
—
καβάλα
—
σαραντάρισσα
—
καλουπατζής
—
φαμελιά
—
κουταλάκι
—
διαλυτήριο
—
προπερισπωμένη
—
ατρομπάριστος
—
επιβοηθώ
—
αεροθάλαμος
—
φωτοτακτισμός
—
πενταπλούς
—
φτερνιστήρι
—
κοίμισμα
—
πυκνοκατοικούμαι
—
απόμαχος
—
διαφορετικότητα
—
νανόμετρο
—
θυρεός
—
καρποφορία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω