🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εκορέσθην
εκορέσθην
παθ. αόρ. от κορεννύω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκορέσθην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
συλλαβιστικός
—
γύψωση
—
συγκέρασμα
—
κειμηλίαρχος
—
σύνεδρος
—
γκιλλιοτίνα
—
παραίτιος
—
καταπινάδι
—
δεκαπλασίαση
—
βοοειδής
—
ψαροπάζαρο
—
μουνάρα
—
πεταξιά
—
λεωφόρος
—
ταριχευμένος
—
πολιορκητής
—
μεταλλοτεχνία
—
μπουλτόγκ
—
κατάπλασμα
—
υποδερμικά
—
ζάρομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω