🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αμίαντο
αμίαντο
II τό
чистота, невинность
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
чистота
? —
αμίαντο
как на
(ново)греческом
будет слово
невинность
? —
αμίαντο
как с
(ново)греческого
переводится слово
αμίαντο
? — чистота, невинность
#
(ново)греческий словарь
—
υγροσκοπικός
—
επινεφριδίτις
—
καπνιστής
—
ξεκαρδίζομαι
—
βορειοανατολικός
—
Σουηδέζα
—
διάκαμψη
—
παραλογιέμαι
—
σύμφωνα
—
απόπλους
—
αναμόχλευση
—
ραμολί
—
αλυσιτελής
—
αποβίωση
—
ελκτικός
—
αδρανοποιούμαι
—
ασφαλτωμένος
—
ευταξία
—
αραίωση
—
ατμόπλοιο
—
παστίς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω