🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πλαγιοκόπηση
πλαγιοκόπηση
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
πλαγιοκόπηση
? —
#
(ново)греческий словарь
—
προσδιοριστικός
—
μονόπρακτον
—
ισάριθμος
—
μίλημα
—
λόπια
—
αντικαταναλωτισμός
—
βάτα
—
κοπρόχωμα
—
γονιμοποιός
—
φυσιογνώστρια
—
ψευδώνυμα
—
κατατρίβω
—
ρολόϊ
—
μύλα
—
γραφίτης
—
καλοφτιαγμένος
—
ανοικειότητα
—
τρία
—
επισκευάστρια
—
γαιόχωση
—
σπιούνος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω