🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
χνάρι
χνάρι
το
след
;
ακολουθώ τά ~α κάποιου — перт. идти по (__чьим-л.__) стопам
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
след
? —
χνάρι
как с
(ново)греческого
переводится слово
χνάρι
? — след
#
(ново)греческий словарь
—
έγγαμος
—
κύφωμα
—
κρυπτογαμικός
—
σπάραχνα
—
τηλοψία
—
ιαματικός
—
συγκατανευτικός
—
αποδεχτός
—
διάξων
—
πρόπτυξη
—
αμφίθυρος
—
αυτοπειθαρχούμαι
—
πράγμα
—
επιναυπηγός
—
προσωποληψία
—
δυσκολογνώριστος
—
δυσπαράδεχτος
—
τσιγαράς
—
βάπτω
—
κατευθυντήριος
—
κουνάβι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω