🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πετροκερασιά
πετροκερασιά
η
черешня
(дерево - разновидность)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
черешня
? —
πετροκερασιά
как с
(ново)греческого
переводится слово
πετροκερασιά
? — черешня
#
(ново)греческий словарь
—
νήσος
—
αέναα
—
φράττω
—
τρυφερότητα
—
διαταγή
—
περιπόθητος
—
αμμοδίαιτος
—
καλαμπουρίστρια
—
φλυζάκιον
—
εχεμύθεια
—
ζωόφιλος
—
χλιαρότητα
—
αλληλόφιλος
—
παρελκύω
—
εποίκηση
—
χαβάς
—
μεγαλοφυής
—
υδροχρωμάτισμα
—
εξάεδρος
—
σκανδαλιάρικος
—
φλάμπουρο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω