🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ποάνθραξ
ποάνθραξ
(-ακος) ο
торф
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
торф
? —
ποάνθραξ
как с
(ново)греческого
переводится слово
ποάνθραξ
? — торф
#
(ново)греческий словарь
—
αρτιμαθής
—
φτειαστικά
—
λειομύωμα
—
πτώχευση
—
επαγγελματισμός
—
γκαζόζα
—
αυτόγραφο
—
κορακάτος
—
χαρτοκλέφτρα
—
ιοντώ
—
αποζημιώνω
—
χοχλίδι
—
πυελίς
—
εύθικτος
—
πρότερος
—
πατατοσαλάτα
—
επιπωματίζω
—
τερετίζω
—
ολυμπιακός
—
κονιορτοποίηση
—
απεκκρίνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω