🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βιοποριστικά
βιοποριστικά
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
βιοποριστικά
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ατάνυστος
—
δυναμικός
—
σκευασία
—
εγκλιματίζομαι
—
κοσμοχαλασμός
—
γλυκέρινούχος
—
ψαλίς
—
εμβρυολόγος
—
κληρονομία
—
έσοξ
—
αντίγραφον
—
υδροσωλήνος
—
αμαξοποιός
—
τράφηκα
—
φρυγανιά
—
εκλιπάρηση
—
ορθολογιστικός
—
αποθεμελιώνω
—
χειμερινός
—
ενδορραχιαίος
—
ανασκούμπωμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω