🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αφίππευση
αφίππευση
η
спешивание
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
спешивание
? —
αφίππευση
как с
(ново)греческого
переводится слово
αφίππευση
? — спешивание
#
(ново)греческий словарь
—
ξεκαλτσώνω
—
μεταίχμιο
—
νεροζύγι
—
βουητό
—
αίσθημα
—
αδιόριστος
—
κονσερβαρισμένος
—
καλαμιά
—
μπακιρώνω
—
λεωφορειάκι
—
γενναριάτικος
—
μηνιγγικός
—
λήμμα
—
γρούπος
—
ξεκομμένος
—
λερώνει
—
εγκληματογροφικός
—
σιγανά
—
υμνογραφικός
—
ανεμόπληκτος
—
κατάστερος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω