🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
Κύκλωψ
Κύκλωψ
(-ωπος) ο миф.
Циклоп
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
Циклоп
? —
Κύκλωψ
как с
(ново)греческого
переводится слово
Κύκλωψ
? — Циклоп
#
(ново)греческий словарь
—
αποτρέπω
—
επικαθίζω
—
βιολογικός
—
κουβερνάντα
—
απαράγγελτα
—
προοίμιο
—
αυτορρυθμιστήρας
—
σαρανταπέντε
—
παραβολοειδής
—
τζαμπατζής
—
αναγιγνώσκω
—
μουντζώνω
—
κουκκιδίτσα
—
σκότιση
—
δημαγωγικός
—
δηλητηριώδης
—
πρωτοτοκεία
—
αγιοποιούμαι
—
καλοκοιμάμαι
—
αποκενώνω
—
ηλικιώτης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω