🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ενικός
ενικός
единственный
;
~ αριθμός — или ο ~ грам. единственное число
;
===
μιλώ μέ κάποιον στον ~ό — быть (__с кем-л.__) «на ты»
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
единственный
? —
ενικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ενικός
? — единственный
#
(ново)греческий словарь
—
ευλήπτως
—
ευλογητός
—
παύση
—
κοινωνιστικός
—
ελαιουργός
—
αγωγιμότητα
—
κεντρόφυγος
—
ελαιώνας
—
έχει
—
αθλητισμός
—
Πρωτομαγιά
—
ζαμπούκος
—
ποντικοφαγωμένος
—
ηχηρός
—
αμελώδητος
—
δεισιδαίμονας
—
σπίλωση
—
επιμιγνύομαι
—
πληρωνόμενος
—
φυσομανητό
—
κοντολογίς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω