🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λόξυγγας
λόξυγγας
ο
икота
;
έχω ~α — икать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
икота
? —
λόξυγγας
как с
(ново)греческого
переводится слово
λόξυγγας
? — икота
#
(ново)греческий словарь
—
μετάζωα
—
κακοπουλάω
—
κεχαγιάς
—
διαβουκολώ
—
ερμηνεύω
—
καταψιά
—
ναι
—
πανδοχεύς
—
οπτιμιστής
—
αποκλαμός
—
ψαροκέφαλο
—
λαμποκόπημα
—
αναπηρικός
—
νηματοποίηση
—
κεραμείον
—
επισανιδώνω
—
γκιοσέμι
—
κεφαλαιοκρατισμός
—
καθοδικός
—
αποπτιλώνω
—
μουσουλμανισμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω