🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καθοδικός
καθοδικός
физ.
катодный
;
~αί ακτίνες — катодные лучи
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
катодный
? —
καθοδικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
καθοδικός
? — катодный
#
(ново)греческий словарь
—
ξυλουργείο
—
μακροημερεύω
—
σμίγω
—
επιπεφυκίτιδα
—
αδιακόρευτος
—
νομοθεσία
—
βαθιοκόκκινος
—
σθεναρώς
—
καθετηρίαση
—
όχθριτα
—
όμορφη
—
βρισιά
—
σκροφίτσα
—
δοκιμαστέος
—
αλισβερίσι
—
τσιμεντάρω
—
δούλευση
—
μετρώ
—
μπάνισμα
—
χωρονομία
—
αλπινικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω