🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αδήν
αδ|ήν
(-ένος) ο
железа
;
θυρεοειδής ~ — щитовидная железа
;
ενδοκρινείς ~ες — железы внутренней секреции
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
железа
? —
αδήν
как с
(ново)греческого
переводится слово
αδήν
? — железа
#
(ново)греческий словарь
—
εκραζίτιδα
—
εικοτολογώ
—
αρωμάτιση
—
Κυπρία
—
υπαινιγμός
—
καράφα
—
κρυψιβουλία
—
κάπνα
—
σκαφτιάς
—
καναπεδάκι
—
σκυλιάζω
—
κατεσπευσμένος
—
στραβοπατιέμαι
—
σηκωτός
—
οδοντιατρική
—
γκαζομηχανή
—
σημαντικός
—
εφοδιάζομαι
—
ζουπίζω
—
νέκρωση
—
αστρονομικά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω