🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διάκι
διάκι
το
кормило
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кормило
? —
διάκι
как с
(ново)греческого
переводится слово
διάκι
? — кормило
#
(ново)греческий словарь
—
νέτος
—
γλωσσολογικός
—
γαλήνεψη
—
χωριατόπαιδο
—
πυριτιδόκονη
—
μπάκα
—
ευρύγναθος
—
μίνα
—
κρεοηώλης
—
στρατεύομαι
—
κεφαλάκι
—
σύναψη
—
ορμονικός
—
αυτοματοποιώ
—
νύχτα
—
πραϋντικός
—
καφέ-σαντάν
—
πνευμοκονίαση
—
απόλειμμα
—
ομοσπονδία
—
κουστούμι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω