🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ένστικτος
ένστικτ|ος
инстинктивный
;
~ος άμυνα — инстинкт самозащиты
;
~ώδης κίνησις — инстинктивное движение
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
инстинктивный
? —
ένστικτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ένστικτος
? — инстинктивный
#
(ново)греческий словарь
—
προμηθευτής
—
φλέμα
—
σφυγμομέτρηση
—
στραβοκοιτάζω
—
ξυρίζω
—
ξανασηκώνω
—
αιματοφοβία
—
αλτρουίστρια
—
αναθύμηση
—
ενενηκοντάκις
—
διαφθείρομαι
—
αγονία
—
εσταυρωμένος
—
καρυόφυλλο
—
τρίχαπτο
—
αμακιγιάριστος
—
σμιχτοφρύδα
—
λούμπουνας
—
αβλαστολόγητος
—
πανικά
—
μηνίσκος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω