🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μαυρομάτης
μαυρομάτης
черноглазый
;
===
φασόλια ~ικα — маш (сорт тёмной фасоли)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
черноглазый
? —
μαυρομάτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
μαυρομάτης
? — черноглазый
#
(ново)греческий словарь
—
σκύλαρος
—
φασουλοταβάς
—
άρρηκτα
—
εκτόμηση
—
όμοιος
—
κάσα
—
αβαθμολόγητος
—
χιαστός
—
κυλιάμενος
—
φατριαστικά
—
πτύσιμον
—
λιανικίός
—
πάπας
—
αθλητής
—
γεροντολογώ
—
οφθαλμολόγος
—
χνοώδης
—
ελευτερώνω
—
επινεφρίδιος
—
αρπαχτικός
—
καλολαδωμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω