🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μισακάρης
μισακάρης
ο
испольщик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
испольщик
? —
μισακάρης
как с
(ново)греческого
переводится слово
μισακάρης
? — испольщик
#
(ново)греческий словарь
—
δυστυχώ
—
μπαρουτάδικο
—
αβάσκαμα
—
ξενιτεύομαι
—
παλιοβρώμα
—
τρελλαμάρα
—
δρόσος
—
ακοίταχτος
—
Προμηθέας
—
απλώστρα
—
αγωγιαστήριο
—
βροντοχτυπιέμαι
—
απομεινάρι
—
αποκλειστικότητα
—
μπαμπάκι
—
κρίσιμος
—
έλκος
—
καταπίστευμα
—
ορόγαλα
—
ψιλοχάραγος
—
απροσήγορος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω