🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλιευτική
αλιευτική
η
рыболовство
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
рыболовство
? —
αλιευτική
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλιευτική
? — рыболовство
#
(ново)греческий словарь
—
νυχτοπερπατώ
—
ισοπλατής
—
ηλεκτρόλυση
—
κατσίκα
—
διακόλλημα
—
συγχωρνω
—
παστός
—
ρατσίστρια
—
αναρχούμαι
—
αρχίδας
—
διμήνι
—
δισκοπότηρο
—
ζητάω
—
χωρισμός
—
έντερο
—
ακαζάντιαστος
—
προδιάθεση
—
αψηλωσιά
—
ρυτίδωση
—
οινομανία
—
υγειονομικό
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω