🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
καρέκλα
καρέκλα
η
стул; сиденье
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стул
? —
καρέκλα
как на
(ново)греческом
будет слово
сиденье
? —
καρέκλα
как с
(ново)греческого
переводится слово
καρέκλα
? — стул, сиденье
#
(ново)греческий словарь
—
μικροβιολογικός
—
επισκεπτήριος
—
ογκολογία
—
εθισμός
—
ατομιστής
—
στρογγύλευμα
—
οπάλλι
—
φαλαινοθηρικός
—
λαυρος
—
ψάρεμα
—
αλογάριαστα
—
βυτίνη
—
ικτίδα
—
νομιμοποίητος
—
κρύφιος
—
διόδευσις
—
παγκοσμιοποιώ
—
αιμορροώ
—
απέθαντος
—
άλογομάντρι
—
υπερώιος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω