🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
στυλογράφος
στυλογράφ|ος
ο
авторучка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
авторучка
? —
στυλογράφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
στυλογράφος
? — авторучка
#
(ново)греческий словарь
—
αγγειόσπερμα
—
αθέμιτος
—
αναγουλιάρικος
—
καζάκα
—
δυσανάλογος
—
κρυφάκουσμα
—
ελληνοδιδάσκαλος
—
κάμφορα
—
μικροεπιχειρηματίας
—
ανηλικότητα
—
αφερτός
—
μικροτόμος
—
ψαλμωδός
—
πανταλονάκι
—
αγαρμπιά
—
μυωπάζω
—
αναπεπταμένος
—
ιδιολάτρις
—
ματόφρυδο
—
συνθετήριο
—
εθελοδουλία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω