🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανθρακωρυχία
ανθρακωρυχία
η
добыча угля
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
добыча угля
? —
ανθρακωρυχία
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανθρακωρυχία
? — добыча угля
#
(ново)греческий словарь
—
ολολυγμός
—
επιμιξία
—
πιεζόμετρο
—
νεφοσκεπής
—
δακτυλιώτης
—
δυσμενώς
—
ξεθεμέλιωμα
—
γκιζέρι
—
συνοριακός
—
παθογόνος
—
α-
—
άπαστρος
—
καλοκαγαθία
—
διδακτορία
—
ράφτρα
—
γίγλα
—
διατοιχίζω
—
απάνθρωπος
—
εμμτινόρροια
—
υποχονδριακός
—
ιδιολατρεία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω