🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μονόκροτο
μονόκροτο
το мор.
фрегат
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
фрегат
? —
μονόκροτο
как с
(ново)греческого
переводится слово
μονόκροτο
? — фрегат
#
(ново)греческий словарь
—
νισεστές
—
μεγαλοκαρχαρίας
—
αόριστα
—
μοσκοβόλημα
—
βλάχικος
—
βαλκανικός
—
διαμέλιση
—
οσμίζομαι
—
αναύξητος
—
μετάφραση
—
αγκαλιάζω
—
απομυξιάζομαι
—
χωρίς
—
παστέλλι
—
αδιάγραπτος
—
απαρεξήγητος
—
ρασιστής
—
χουγιαχτό
—
αναπόδιασμα
—
προκληροδοτώ
—
κρυψίνοια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω