🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λαλίστατος
λαλίστατος
голосистый, болтливый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
λαλίστατος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
λοξίας
—
υπέχω
—
γκιουβετσάδο
—
πιόσιμο
—
πιτσιλιά
—
θύμηση
—
βυκάνη
—
προμεσημβρινός
—
γαβαθιάρισσα
—
ξενία
—
νυστεριά
—
βρωμόσκυλο
—
χιονοδρόμιο
—
πετάμενος
—
στείχω
—
κάν
—
αγώνισμα
—
χρονιάρης
—
συνασπισμένος
—
ειδοποιητήριος
—
δελεαστικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω