🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αμυλώδης
αμυλώδης
крахмалистый, богатый крахмалом
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
крахмалистый
? —
αμυλώδης
как на
(ново)греческом
будет слово
богатый крахмалом
? —
αμυλώδης
как с
(ново)греческого
переводится слово
αμυλώδης
? — крахмалистый, богатый крахмалом
#
(ново)греческий словарь
—
μαστέλλος
—
επιβραβεύω
—
αναχόρταγος
—
πρωτοστάτης
—
δοτική
—
πρωταριά
—
επίλεκτος
—
ηλεκτροβόρος
—
προικοθηρώ
—
γρίτσα
—
σκουπιδιάρα
—
βιοποριστικά
—
εξανθηματώδης
—
ψαρεύω
—
ολόγλυκος
—
τεκνογονώ
—
πολυλαλία
—
τσαπί
—
ιχνογραφία
—
τεσσαρακονταετής
—
αρνησιστορία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω