🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αστρέχα
αστρέχα
η 1)
стреха; водосток
(крыши);
2)
дом
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стреха
? —
αστρέχα
как на
(ново)греческом
будет слово
водосток
? —
αστρέχα
как на
(ново)греческом
будет слово
дом
? —
αστρέχα
как с
(ново)греческого
переводится слово
αστρέχα
? — стреха, водосток, дом
#
(ново)греческий словарь
—
αγόρι
—
αιδήμων
—
κυλινδρωτός
—
ινδοκάλαμος
—
φιγουρατζίδικος
—
τρωγλοδύτης
—
κουφάλα
—
ανειλικρίνεια
—
υψίσυχνος
—
αναδρομικώς
—
ακλώσσιστος
—
ψαλιδωτός
—
ελαιοτριβείον
—
υπόστυλος
—
σπονδείος
—
δαδοφορία
—
θαυμαστικός
—
προσεταιρίζομαι
—
διφθογγοποίηση
—
ερανιστικός
—
εκάλεσα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω