🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μορτή
μορτή
η
натуральная арендная плата
;
καλλιέργεια επί ~ή — издольщина
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
натуральная арендная плата
? —
μορτή
как с
(ново)греческого
переводится слово
μορτή
? — натуральная арендная плата
#
(ново)греческий словарь
—
φαρμακοτρίφτης
—
επαναστάτης
—
χτιστός
—
εναερίως
—
διαφεντεύω
—
τρέπομαι
—
ξεκουτιάζω
—
αφροπαράγαδο
—
κοσμοπλημμύρα
—
συλλογιούμαι
—
γεμιστήρας
—
χυδαϊσμός
—
καγκελλαρία
—
σπορικό
—
αξεμολόγητος
—
ψιλολόγημα
—
σκλάβωμα
—
ξελόγιασμα
—
κερεστές
—
μικροχημεία
—
αλμυρό
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω