🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διαστημόμετρο
διαστημόμετρο
το
дальномер
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дальномер
? —
διαστημόμετρο
как с
(ново)греческого
переводится слово
διαστημόμετρο
? — дальномер
#
(ново)греческий словарь
—
σφετεριστής
—
αμασχάλη
—
αλαγάριστος
—
ενειμα
—
δενδροφυτεύω
—
αχρηστεύομαι
—
σαβούρρωμα
—
ποντικοκούραδα
—
διηγητής
—
νουνά
—
ανάπαυση
—
παλάβρας
—
κοσκίνισμα
—
αγαθεύω
—
ενεργητικό
—
τεζάκι
—
τρεμοφέγγισμα
—
γυψώνω
—
αντιφατικότητα
—
πορειά
—
δομικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω