🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πυρακτώνομαι
πυρακτώνομαι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
πυρακτώνομαι
? —
#
(ново)греческий словарь
—
σιναπόσπορος
—
αυτονυκτί
—
ολόγιομος
—
ζέγουνας
—
άπαντον
—
λαχανόφυλλο
—
κλασματικός
—
τσιμεντοπάσσαλος
—
νυφικός
—
ιόχρους
—
εκσπερματίζω
—
αποκαταντώ
—
μετανεωτερικά
—
εξαγριωτνκός
—
εχίνος
—
χρεία
—
ασκούργιαστος
—
όρυξη
—
παχύρρευστος
—
ηλεκτροπτικός
—
ΕΦΕΕ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω