🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ναΐσκος
ναΐσκ|ος
ο
церквушка
;
εξοχικός ~ — часовня
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
церквушка
? —
ναΐσκος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ναΐσκος
? — церквушка
#
(ново)греческий словарь
—
σεμιγδάλι
—
αμερίστως
—
κουτσαμάρα
—
γενεαλογούμαι
—
βρομισμένος
—
σεληνόφως
—
πλοϊμότης
—
οδονταλγία
—
προμελέτη
—
επιχορήγηση
—
ρεμπέτισσα
—
καλαμώνας
—
αναπάλλω
—
ωρύομαι
—
ξαγγρίζω
—
σχόλαση
—
ιταλικά
—
νεώτερος
—
καφεδάκος
—
πλασταριά
—
ανάζερβος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω