🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πασπατεύω
πασπατεύω
ощупывать, нащупывать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ощупывать
? —
πασπατεύω
как на
(ново)греческом
будет слово
нащупывать
? —
πασπατεύω
как с
(ново)греческого
переводится слово
πασπατεύω
? — ощупывать, нащупывать
#
(ново)греческий словарь
—
τσιτσιρίζω
—
στιφτός
—
Ουτοπία
—
άυλος
—
περιτειχίζω
—
απότις
—
προσγειώνομαι
—
χριστουγεννιάτικος
—
γλυκοχαιρέτισμα
—
διακλαδωτικός
—
μυρωμένος
—
μετουσιούμαι
—
κλινόποδος
—
αμφιδέτης
—
ξελασπώνομαι
—
εδώδιμος
—
χορόδραμα
—
ραφιγραφία
—
ένδεκα
—
αναπωμαστήρας
—
προσμαρτυρώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω