🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διακλαδωτικός
διακλαδωτικός
разветвлённый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
разветвлённый
? —
διακλαδωτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
διακλαδωτικός
? — разветвлённый
#
(ново)греческий словарь
—
κατακράτηση
—
οντογένεια
—
υδρόλυση
—
ομφαλός
—
έψιλον
—
Παν
—
εισέπεσα
—
εμός
—
παροργισμός
—
εμπορορρόπτης
—
απανθρακωμένος
—
υδροπληξία
—
θεόφτωχος
—
γαριδούλα
—
γεμίδι
—
γλίνα
—
αποκρεύω
—
ρόγος
—
σουφρώνω
—
ανέμελος
—
άφωτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω