🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κεραμιδύς
κεραμιδύς
кирпичный
(о цвете)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кирпичный
? —
κεραμιδύς
как с
(ново)греческого
переводится слово
κεραμιδύς
? — кирпичный
#
(ново)греческий словарь
—
κιτρολέμονο
—
πασσαδούρος
—
ανταγωνιστικότητα
—
επισκιάζομαι
—
ανανηπτικός
—
ανθυγιεινός
—
εξηκοστός
—
ασβεστοποίηση
—
επιστημονικώς
—
ανθυποπλοίαρχος
—
προτείνω
—
αποθησαύριση
—
εμμηνορροϊκός
—
όνομα χώρου
—
αλμπατρος
—
διαβαίνω
—
μουρμουράω
—
σχοινιοειδής
—
αποκρυγαίνω
—
πρόταση
—
πυροδότης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω