🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σχοινιοειδής
σχοινιοειδ|ής
похожий на верёвку
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
похожий на верёвку
? —
σχοινιοειδής
как с
(ново)греческого
переводится слово
σχοινιοειδής
? — похожий на верёвку
#
(ново)греческий словарь
—
τρίποδος
—
αεροπορίνα
—
διαζευγμένος
—
κομπογιαννιτισμός
—
χαϊδολόγημα
—
παραβάτης
—
ορμαθίζω
—
οντολογιστής
—
ξέστηθος
—
σχιστώδης
—
ύδωρ
—
πεζούλα
—
οβελίσκος
—
ξέφρενος
—
ποδίσκος
—
ερατεινός
—
λειαντήριον
—
μυούμαι
—
πηγαδόπετρα
—
αποκτείνω
—
γερακιανός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω