🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αεριόμετρο
αεριόμετρο
το
газомер, газовый счётчик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
газомер
? —
αεριόμετρο
как на
(ново)греческом
будет слово
газовый счётчик
? —
αεριόμετρο
как с
(ново)греческого
переводится слово
αεριόμετρο
? — газомер, газовый счётчик
#
(ново)греческий словарь
—
ξεμπρατσώνομαι
—
περιστολή
—
άστυ
—
κάμινος
—
τραυματιοφόρος
—
μαρμαροθέτημα
—
ισχυρότερος
—
παραπροϊόντα
—
κοσμέω-κοσμώ
—
βεβηλώνω
—
μονύελον
—
χωματίζω
—
αδικιάρης
—
ανθρακιάζω
—
τουρκέτης
—
νιώσιμο
—
διαπαλαίω
—
πλατειαστικός
—
υδρόχρωμα
—
αρνούμαι
—
ξενητεύομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω