🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μουσειακός
μουσειακός
музейный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
музейный
? —
μουσειακός
как с
(ново)греческого
переводится слово
μουσειακός
? — музейный
#
(ново)греческий словарь
—
αποδείπνι
—
ασπρουδερός
—
ρυμουλκώντας
—
φτωχοπερήφανος
—
ξυλοφόρτωμα
—
φούμαρα
—
εμπαίκτης
—
αδιατύπωτος
—
αγγειογράφος
—
εργατόσχοινον
—
ξενολατρεία
—
εριννύς
—
συμφωνημένα
—
εγκωμιογράφος
—
αναδακρύζω
—
ανέστιος
—
απέθανον
—
παίκτης
—
φοινικοειδής
—
συμπεπιεσμένος
—
διευθυντής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω