🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πρισματικός
πρισματικός
1)
призматический
;
~ή διόπτρα — призматический бинокль
;
2)
имеющий форму призмы
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
призматический
? —
πρισματικός
как на
(ново)греческом
будет слово
имеющий форму призмы
? —
πρισματικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
πρισματικός
? — призматический, имеющий форму призмы
#
(ново)греческий словарь
—
ομοσπονδιακός
—
προπληρώνω
—
αφορμή
—
αποθέσιμο
—
τόσο
—
θεαματικότητα
—
πονόκοιλος
—
αναστηματομετρία
—
διορυχή
—
χοντρογούρουνο
—
κοιτωνίτης
—
ανασυνθέτω
—
κρουσταλλόπαγος
—
αηδονολάλημα
—
ενθουσιαστής
—
βάθρακας
—
πενυματισμός
—
αποφύλλωση
—
περισυλλέγω
—
συνελών
—
θρομβώδης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω