🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αναισθητίζω
αναισθητίζω
мед.
анестезировать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
анестезировать
? —
αναισθητίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναισθητίζω
? — анестезировать
#
(ново)греческий словарь
—
σπλαχνικά
—
διπλοεγγεγραμμένος
—
αλαλάζω
—
επιγαμία
—
καπηλευτικός
—
αλαφρόκαρδος
—
διαμετακόμιση
—
περίχυμα
—
κάτοψη
—
μπαγλάρωμα
—
ραχιαλγία
—
κατακέφαλος
—
περίγελος
—
ανεμόσαρκος
—
αφτιάζομαι
—
φλοισβίζω
—
βιδωτός
—
συμπολίτισσα
—
παραλίδισσα
—
δισκελής
—
προστομίς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω