🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διαμετακόμιση
διαμετακόμιση
η 1)
транзит
;
2)
временное хранение
(транзитных грузов)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
транзит
? —
διαμετακόμιση
как на
(ново)греческом
будет слово
временное хранение
? —
διαμετακόμιση
как с
(ново)греческого
переводится слово
διαμετακόμιση
? — транзит, временное хранение
#
(ново)греческий словарь
—
σκύφτω
—
διπλόφαρδος
—
παραψένω
—
μοίρασμα
—
ψευτοκουλτουριάρης
—
ασύμπλεκτος
—
απλησίαστος
—
αχρηστεύω
—
διαιρετό
—
άσκιαχτος
—
χαρτοπόλεμος
—
ζαρκάδι
—
γαιοκτήμονας
—
στρωμάτσο
—
παράνομον
—
χάλκευμα
—
αγιολούλουδο
—
ηλεκτροκινητήρας
—
μόλεμα
—
διαβολιά
—
βροντάω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω