🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
στερεοτυπώνω
στερεοτυπώνω
полигр.
стереотипировать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
стереотипировать
? —
στερεοτυπώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
στερεοτυπώνω
? — стереотипировать
#
(ново)греческий словарь
—
μεταχρωματίζω
—
εγκοπίς
—
υστεροπληγία
—
αγγουριά
—
αστυσία
—
στέρεψη
—
φαρμάκι
—
εντερεκτομία
—
βλεφαρίζω
—
μεθοδευμένος
—
ελαιόχρωμα
—
βαλιτσάρα
—
γαλαντομία
—
μεστός
—
σκυταλοδρομία
—
ευκρασία
—
γκρεμοτσακίζομαι
—
γενναιόδωρα
—
επιβεβαιωμένος
—
σκουληκιάρης
—
εφημερίδας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω