🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φτενός
φτενός
тонкий
;
~ό σανίδι — тонкая доска
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тонкий
? —
φτενός
как с
(ново)греческого
переводится слово
φτενός
? — тонкий
#
(ново)греческий словарь
—
κότερο
—
σιούτης
—
αναφουφουδιάζω
—
ροδαλός
—
υποκλύζω
—
αφεντοπούλα
—
νυμφομανής
—
μισοτελειωμένος
—
αλτρουιστικά
—
εξουσιοδότηση
—
συγύρι
—
μωομεθανικός
—
σιδερώνω
—
παρασταίνω
—
γεωργός
—
ταμπεραμέντο
—
κομματικοοποιούμαι
—
φαναρτζοδουλειά
—
λογείον
—
τσαμπούκολίδικος
—
πλίθρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω