🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ζευγαρίζω
ζευγαρίζω
пахать землю
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пахать землю
? —
ζευγαρίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
ζευγαρίζω
? — пахать землю
#
(ново)греческий словарь
—
εκτρέφω
—
δουλευτάδικος
—
κυκλοφοριακός
—
ψωμοτύρι
—
αναυλόχητος
—
αισχρολόγημα
—
Αμπελόκηποι
—
προπαρασκευάζομαι
—
κοσκινίδια
—
σερσέμης
—
φιλέορτος
—
χαριτωμένος
—
κονσερβοποίηση
—
εκφραστικότητα
—
ξαναφουντώνω
—
φιλοτομαρισμός
—
συνωμότιδα
—
βρύο
—
καταδρομείς
—
σπατουλάρισμα
—
αμουσία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω