🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λάμας
λάμας
ο
лама
(буддийский священник)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лама
? —
λάμας
как с
(ново)греческого
переводится слово
λάμας
? — лама
#
(ново)греческий словарь
—
καλοξημερώνει
—
δωσίδικος
—
νηστεία
—
μικροπολιτική
—
σερέτικος
—
όπτηση
—
τρήμα
—
εξείπον
—
εθνογραφία
—
Ελβετίδα
—
παλαμίδα
—
υπέρηχος
—
αποσπαργανώνω
—
δισύλλαβος
—
γονατίζω
—
λοξός
—
κοτασκάπτω
—
απομεινάρι
—
φελλομάννα
—
ανεμπόδιστος
—
γερδέλι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω