🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μόρφασμα
μόρφασμα
το
ужимка, гримаса
;
κάνω ~ούς — а) делать гримасы, гримасничать; б) морщиться
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ужимка
? —
μόρφασμα
как на
(ново)греческом
будет слово
гримаса
? —
μόρφασμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
μόρφασμα
? — ужимка, гримаса
#
(ново)греческий словарь
—
παλάσκα
—
ξεθρακίζω
—
εξέθηκα
—
ιερουργία
—
καφενείο
—
μελισσουργικός
—
καταδεικνύομαι
—
αηδονόλαλος
—
δυσκολοπούλητος
—
ιππέας
—
αποικίζω
—
σουηδικός
—
άβρεκτος
—
καταπήξ
—
επανεξετάζω
—
αδρανοποιούμαι
—
εξάσκηση
—
αξαζόμενος
—
δενδρόεις
—
λογιώτατος
—
αλαφραίνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω