🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ευλογιά
ευλογιά
η мед.
оспа
;
στίγμα ~ιάς — оспина (след)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
оспа
? —
ευλογιά
как с
(ново)греческого
переводится слово
ευλογιά
? — оспа
#
(ново)греческий словарь
—
γομμολάστιχα
—
σπαθοφορία
—
συντελεστής
—
ώριος
—
αρωματοποιείο
—
πολιτειολογία
—
ακορντεόν
—
σκωληκοειδής
—
εικοσιπενταράκι
—
κέδρωσις
—
αμάντριστος
—
χρυσόσκονη
—
φαρικός
—
ισπανικός
—
πάρσιμο
—
ματισιά
—
θυσιαστής
—
επωδός
—
στρειδολόγος
—
στρύμωγμα
—
βουτήχτρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω