🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μεταλλευτικός
μεταλλευτικός
горный, горнорудный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
горный
? —
μεταλλευτικός
как на
(ново)греческом
будет слово
горнорудный
? —
μεταλλευτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
μεταλλευτικός
? — горный, горнорудный
#
(ново)греческий словарь
—
ενθεματισμός
—
στρατιώτης
—
κιτροπαραγωγός
—
χαριτολόγος
—
μπόμπιρας
—
αναδιδάσκω
—
ἧσσα
—
γλιδερός
—
επεκτατισμός
—
βελονιάζω
—
ανάδρομος
—
ανάμεσος
—
αρχάνθρωπος
—
εξάλειψη
—
δημιουργικότητα
—
νομιμοφανής
—
ποιητική
—
ανελλιπώς
—
κωφός
—
επάλλαξη
—
λιμήν
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω