🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κωφός
κωφός
глухой
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
глухой
? —
κωφός
как с
(ново)греческого
переводится слово
κωφός
? — глухой
#
(ново)греческий словарь
—
ανεμοδέρνομαι
—
επίπλευσις
—
αναποχώρνστος
—
στανικώς
—
μονταδόρος
—
ανορεξία
—
σωματικός
—
μιλιόνι
—
λυσσομάνημα
—
κυμαίνομαι
—
κηρίον
—
φουφούλα
—
άχροος
—
μαυροφορεμένος
—
σκοποβολείο
—
καφετερία
—
ισόβαθμος
—
γκαζάδικο
—
λειβαδήσιος
—
αφού
—
ισραηλίτης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω